Σήμερα αποφάσισα ότι δε με νοιάζει καθόλου που είμαι ό,τι να'ναι και ότι δε θα έχω τύψεις που έκανα οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που έπρεπε να κάνω. Αποφάσισα, λοιπόν, να υποστηρίξω τον οτινανισμό μου, φόρεσα τις μπότες μου και ξεκίνησα για τη δουλειά με ύφος γαμάω και δέρνω. Επιστρέφοντας από τη δουλειά, έκανα μια στάση στη σουβλακερί που ξέρω κι εμπιστεύομαι, παρήγγειλα και, όπως πάντα, όση ώρα περίμενα, κοιτούσα γεμάτη δέος τους υπαλλήλους να ετοιμάζουν με αηδιασμένο βλέμμα και ρομποτικές κινήσεις τις παραγγελίες. Πλήρωσα, ευχαρίστησα το κοντό αφεντικό με το μπέϊμπι φέις και το ύφος γεμάτο επαγγελματισμό και κατευθύνθηκα προς το περίπτερο για να πάρω καπνό. Ανταλλάξαμε χαμόγελα με την περιπτερού, που πάντα με κοιτάζει περίεργα όταν αγοράζω καπνό γιατί προφανώς δεν μπορεί να συνδέσει τη φάτσα μου μ'αυτό που αγοράζω και κάθε φορά προσπαθεί να το χωνέψει και συνεχίζω προς το σπίτι, αφού πέρασα από το περίπτερο που βρίσκεται ακριβώς απέναντι, με τον αχώνευτο περιπτερά που κοπανάει τα ρέστα σ'αυτό το γυάλινο το μαραφέτι και δε λέει ποτέ ευχαριστώ. Μπαίνοντας στην πολυκατοικία, ακούω τα έντεχνα που βάζουν πάντα στο διπλανό διαμέρισμα τέτοιες ώρες και σκέφτομαι για λίγο πόσο ξεπερασμένα μου φαίνονται όλα αυτά που κάποτε άκουγα κι εγώ, έτσι που μου'ρθε να φωνάξω "μα που ζείτε εσείς;;'' αλλά σύντομα το ερώτημα αντικαταστάθηκε από το ''γιατί εσύ μπλιμ μπλομ πού ακριβώς ζεις;;;" και ευτυχώς εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και δεν πρόλαβα να σκεφτώ την απάντηση. Μιλάω, γελάω, τρώω, νιώθω ικανοποιημένη. Τότε σκέφτομαι ότι θέλω να γράψω κάτι στο μπλογκ μου που θα αφορά μόνο το παρόν. Το χαζό, σπουδαίο, ανούσιο, βαρετό και μαγικό παρόν που πάντα μου διαφεύγει.